Ο Μπομπ Ντίλαν, με το πραγματικό του όνομα Ρόμπερτ Άλαν Ζίμερμαν, έγινε ο πρώτος τραγουδιστής στην ιστορία που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η ανακοίνωση πραγματοποιήθηκε την 1η Απριλίου 2016, όταν ο καλλιτέχνης ήταν 75 ετών. Η Σουηδική Ακαδημία τον τίμησε για τη συμβολή του στη δημιουργία νέων ποιητικών εκφράσεων μέσα από την αμερικανική μουσική παράδοση. Σύμφωνα με τις καθιερωμένες διαδικασίες, η επίσημη τελετή απονομής του βραβείου έλαβε χώρα στις 10 Δεκεμβρίου της ίδιας χρονιάς στη Στοκχόλμη. Ο Ντίλαν είχε περιθώριο έξι μηνών από την ημερομηνία της τελετής να παραδώσει την απαιτούμενη ομιλία, ώστε να παραλάβει το χρηματικό έπαθλο των 800.000 ευρώ.
Η ανακοίνωση της βράβευσης προκάλεσε ευρύτατο ενδιαφέρον και δημόσιο διάλογο σχετικά με τα όρια της λογοτεχνίας και τη δυνατότητα ένταξης των τραγουδιστών δημιουργών στο πλαίσιο των λογοτεχνικών βραβείων. Η επιλογή του Ντίλαν προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, καθώς από τη μία αναγνωρίστηκε η ποιητική δύναμη των στίχων του, ενώ από την άλλη εκφράστηκαν επιφυλάξεις για το αν το τραγούδι μπορεί να θεωρηθεί ισότιμη μορφή λογοτεχνικής έκφρασης με τις παραδοσιακές μορφές.
Μετά την ανακοίνωση της απονομής, ο Μπομπ Ντίλαν δεν αντέδρασε δημόσια για αρκετές εβδομάδες, γεγονός που σχολιάστηκε σε διάφορα μέσα ενημέρωσης. Η απουσία του από τον δημόσιο διάλογο δημιούργησε ερωτήματα σχετικά με τη στάση του απέναντι στη βράβευση. Αργότερα επιβεβαιώθηκε ότι αποδέχεται το βραβείο, ωστόσο ενημέρωσε τη Σουηδική Ακαδημία πως δεν θα παραστεί στην τελετή απονομής, επικαλούμενος άλλες υποχρεώσεις. Η Ακαδημία δήλωσε τότε ότι η παρουσία του βραβευόμενου στην τελετή δεν είναι υποχρεωτική, όμως για να παραλάβει το χρηματικό έπαθλο, έπρεπε να παραδώσει την ομιλία του εντός του προβλεπόμενου χρονικού διαστήματος.
Η ομιλία του υποβλήθηκε τελικά εγκαίρως και δημοσιοποιήθηκε από την Ακαδημία. Περιλάμβανε αναφορές σε σημαντικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως το “Όταν σκοτώνεις ένα κοτσύφι” της Χάρπερ Λι, ο “Μόμπι Ντικ” του Χέρμαν Μέλβιλ και η “Οδύσσεια” του Ομήρου. Στην ομιλία του, ο Ντίλαν ανέλυσε πώς αυτά τα έργα επηρέασαν την καλλιτεχνική του πορεία και τόνισε τη σημασία που είχαν για την αντίληψή του σχετικά με την αφήγηση και τη δημιουργία. Η ομιλία έκλεινε με τη φράση: «Δεν είχα το χρόνο ούτε μια φορά να αναρωτηθώ: Είναι τα τραγούδια μου λογοτεχνία;».
Το γεγονός ότι ένας τραγουδιστής έλαβε το Νόμπελ Λογοτεχνίας πυροδότησε συζητήσεις τόσο στον λογοτεχνικό όσο και στον μουσικό χώρο. Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τέθηκαν ήταν αν οι στίχοι των τραγουδιών, ανεξάρτητα από τη μουσική που τους συνοδεύει, μπορούν να αποτελέσουν αυτόνομα έργα λόγου. Πολλοί μελετητές της λογοτεχνίας και της μουσικής επανεξέτασαν τα κριτήρια με τα οποία αποδίδεται λογοτεχνική αξία σε ένα έργο.
Ο Ντίλαν είχε ήδη κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας του επηρεάσει σημαντικά τη σύγχρονη τραγουδοποιία με στίχους που αγγίζουν πολιτικά, κοινωνικά και υπαρξιακά ζητήματα. Η γραφή του συχνά συνδέεται με την ποιητική έκφραση, ενώ τα έργα του έχουν αποτελέσει αντικείμενο μελέτης και σε πανεπιστημιακά προγράμματα. Η απονομή του Νόμπελ αποτέλεσε μια επιβεβαίωση της ευρύτερης αναγνώρισης της συμβολής του στη σύγχρονη τέχνη και κουλτούρα.
Η ίδια η Σουηδική Ακαδημία, μετά την ανακοίνωση της βράβευσης, διευκρίνισε ότι τα τραγούδια του Ντίλαν έχουν διαχρονική λογοτεχνική αξία και εκφράζουν με αυθεντικό τρόπο την αμερικανική πολιτισμική εμπειρία. Ορισμένα μέλη της Ακαδημίας υπερασπίστηκαν δημόσια την απόφαση, υποστηρίζοντας ότι η λογοτεχνία δεν περιορίζεται μόνο στο γραπτό έργο με τη μορφή μυθιστορήματος ή ποίησης, αλλά περιλαμβάνει και άλλες μορφές αφήγησης και έκφρασης.
Η απουσία του Ντίλαν από την τελετή και η καθυστέρηση στην υποβολή της ομιλίας σχολιάστηκαν από αναλυτές και δημοσιογράφους, οι οποίοι παρακολούθησαν στενά την πορεία της υπόθεσης. Η τελική του ανταπόκριση στα απαιτούμενα της Ακαδημίας, μέσω της αποστολής της ομιλίας του, έκλεισε τον κύκλο της διαδικασίας, επιτρέποντάς του να παραλάβει το έπαθλο.
Το Νόμπελ που απονεμήθηκε στον Ντίλαν καταγράφηκε ως μια πρωτότυπη καινοτομία στην ιστορία του θεσμού, σηματοδοτώντας μια αλλαγή στον τρόπο που ορίζεται η λογοτεχνία σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο δημόσιος διάλογος που ακολούθησε ανέδειξε την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της σχέσης ανάμεσα στη γραφή, τη μουσική και τη σύγχρονη πολιτισμική παραγωγή. Η περίπτωση αυτή άνοιξε τον δρόμο για πιθανές μελλοντικές αναγνωρίσεις δημιουργών που συνδυάζουν διαφορετικές μορφές τέχνης.