Στις 4 Απριλίου 1968, στις 6:01 το απόγευμα, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ στεκόταν στο μπαλκόνι του δωματίου 306 του Lorraine Motel στο Μέμφις του Τενεσί. Μιλούσε χαμογελαστά με τους συνεργάτες του, ετοιμάζοντας την επόμενη ημέρα διαμαρτυρίας για την απεργία των Αφροαμερικανών εργατών καθαριότητας της πόλης. Μια σφαίρα ακούστηκε να σχίζει την άνοιξη. Τον χτύπησε στο σαγόνι, διέλυσε τη γνάθο του, και διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη. Λίγες ώρες αργότερα, διαπιστώθηκε ο θάνατός του στο Νοσοκομείο St. Joseph’s. Ήταν 39 ετών. Ο άνθρωπος που έδωσε φωνή στους άφωνους και πίστη στους απελπισμένους, σωριάστηκε νεκρός από το μπαλκόνι ενός απλού μοτέλ. Και όμως, με εκείνη τη σφαίρα, η φωνή του έγινε αιώνια.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του 20ού αιώνα. Γεννημένος στην Ατλάντα της Τζόρτζια, γιος βαπτιστή ιερέα, αφιερώθηκε από νωρίς στον αγώνα κατά των φυλετικών διακρίσεων, ενστερνιζόμενος τις αρχές της μη βίας του Μαχάτμα Γκάντι. Καθοδήγησε το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Αφροαμερικανών, ενοποίησε πλήθη, συγκλόνισε συνειδήσεις και στάθηκε απέναντι στην καταπίεση με τα λόγια του, με τα πόδια του, με το σώμα του. Βραβεύθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης το 1964, όχι για τα λόγια του, αλλά για τη δύναμη της πράξης του μέσα σε μια Αμερική που δεν είχε ακόμη γιατρευτεί από τις πληγές της δουλείας και του ρατσισμού. Μιλώντας σε εκατοντάδες χιλιάδες στην Ουάσιγκτον το 1963, είπε το περίφημο «Έχω ένα όνειρο». Πέντε χρόνια αργότερα, αυτό το όνειρο κόπηκε απότομα.
Ο Κινγκ βρέθηκε στο Μέμφις για να στηρίξει τους απεργούς εργάτες καθαριότητας, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν μαύροι και εργάζονταν υπό απάνθρωπες συνθήκες. Το απόγευμα της 3ης Απριλίου, μόλις μία ημέρα πριν από τον θάνατό του, μίλησε από τον άμβωνα του ναού Mason Temple. Η ομιλία του ήταν προφητική. «Μπορεί να μη φτάσω εκεί μαζί σας, αλλά απόψε θέλω να ξέρετε πως εμείς, ως λαός, θα φτάσουμε στην Υποσχεμένη Γη», είπε. Ήταν σαν να ήξερε ότι το τέλος πλησίαζε. Την επόμενη μέρα, το όνειρο ματώθηκε στο κρύο μπαλκόνι ενός ταπεινού μοτέλ.
Η δολοφονία προκάλεσε εκτεταμένες ταραχές σε περισσότερες από 100 πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Αμερική πήρε φωτιά κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεκάδες νεκροί, χιλιάδες τραυματίες, λεηλασίες, στρατιωτικός νόμος, και μια χώρα βυθισμένη στο πένθος και στον θυμό. Ήταν μία πληγή ανοιχτή που δεν μπορούσε να κλείσει μόνο με λόγια. Η κηδεία του στην Ατλάντα μετατράπηκε σε ποτάμι λαού. Εκατοντάδες χιλιάδες περπάτησαν σιωπηλοί, πενθώντας έναν ηγέτη που δεν πρόλαβε να γεράσει.
Ο άνθρωπος που κατηγορήθηκε για τη δολοφονία ήταν ο Τζέιμς Έρλ Ρέι, ένας 40χρονος λευκός άντρας, δραπέτης από φυλακή του Μιζούρι. Διέφυγε από το Μέμφις, ταξίδεψε στον Καναδά, πέρασε στην Ευρώπη και συνελήφθη δύο μήνες αργότερα στο αεροδρόμιο του Χίθροου στο Λονδίνο, καθώς προσπαθούσε να αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες με ψεύτικο διαβατήριο. Εκδόθηκε στις ΗΠΑ και στις 10 Μαρτίου 1969, ομολόγησε την ενοχή του, αποφεύγοντας έτσι τη θανατική ποινή. Καταδικάστηκε σε 99 χρόνια φυλάκιση. Τρεις ημέρες αργότερα, αναίρεσε την ομολογία του, υποστηρίζοντας πως ήταν απλώς το εξιλαστήριο θύμα μιας μεγαλύτερης συνωμοσίας. Παρά τις προσπάθειες των δικηγόρων του και των υποστηρικτών του να επανεξεταστεί η υπόθεση, δεν του δόθηκε ποτέ νέα δίκη. Πέθανε το 1998, στη φυλακή.
Η οικογένεια του Κινγκ, ιδιαίτερα ο γιος του Dexter King, εξέφρασαν δημοσίως τη θέση ότι ο Ρέι δεν ενήργησε μόνος και ίσως ούτε καν ήταν ο πραγματικός δράστης. Το 1999, η οικογένεια υπέβαλε αγωγή κατά του Λόιντ Τζάουερς, ιδιοκτήτη καταστήματος κοντά στο μοτέλ, ο οποίος είχε ισχυριστεί πως συμμετείχε σε συνωμοσία για την εξόντωση του Κινγκ. Το δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε συνωμοσία, αλλά το πόρισμα δεν είχε ποινικές συνέπειες, ούτε οδήγησε σε νέες έρευνες σε βάθος. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, μετά από ανεξάρτητη έρευνα, δεν βρήκε επαρκή στοιχεία για εμπλοκή τρίτων προσώπων. Το ερώτημα «ποιος σκότωσε πραγματικά τον Κινγκ;» παραμένει ακόμη και σήμερα για πολλούς αναπάντητο.
Αν και το σώμα του χάθηκε εκείνο το βράδυ του Απρίλη, η παρακαταθήκη του Κινγκ δεν έπαψε ποτέ να αντηχεί. Η δολοφονία του επέσπευσε την ψήφιση του Νόμου για τα Πολιτικά Δικαιώματα του 1968, που απαγόρευσε τις διακρίσεις στον τομέα της στέγασης. Το 1986 καθιερώθηκε ομοσπονδιακή εορτή προς τιμήν του, κάθε τρίτη Δευτέρα του Ιανουαρίου. Σχολεία, δρόμοι και πλατείες φέρουν το όνομά του, όχι ως φόρος τιμής σε έναν ήρωα, αλλά ως υπενθύμιση ενός δρόμου που ξεκίνησε με θυσία.
Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ Τζούνιορ δεν δολοφονήθηκε μόνο από μια σφαίρα, αλλά από ένα κλίμα μίσους, διακρίσεων και φόβου απέναντι στην αλλαγή. Και όμως, η ίδια του η θυσία έγινε καταλύτης για εκείνη την αλλαγή. Γιατί όπως έλεγε και ο ίδιος, «η αδικία οπουδήποτε είναι απειλή για τη δικαιοσύνη παντού». Ο λόγος του έγινε κληρονομιά. Το όνειρό του – ένα μέλλον χωρίς μίσος, χωρίς χρώμα, με δικαιοσύνη για όλους – παραμένει ανοιχτός λογαριασμός με την ανθρωπότητα.