Η συζήτηση για τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2028 έχει ήδη ξεκινήσει, πολύ πριν ανοίξουν οι κάλπες, καθώς η κυβέρνηση προωθεί έναν νέο εκλογικό νόμο που αλλάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο εκλέγονται δήμαρχοι και περιφερειάρχες. Την ίδια στιγμή, η Τοπική Αυτοδιοίκηση ετοιμάζει κινητοποιήσεις, με κλείσιμο δημαρχείων σε όλη τη χώρα στις 19 Δεκεμβρίου και συγκέντρωση έξω από τη Βουλή, διεκδικώντας τόσο οικονομικές ενισχύσεις όσο και θεσμικές αλλαγές που θεωρεί απαραίτητες για να λειτουργεί αποτελεσματικά. Ανάμεσα στα ζητήματα που έχουν αναδείξει οι εκπρόσωποι των δήμων, κεντρική θέση έχει το νέο εκλογικό σύστημα, το οποίο για ορισμένους αιρετούς αποτελεί βήμα προς την απλούστευση, ενώ για άλλους δημιουργεί ανησυχίες για τη μελλοντική εικόνα της αυτοδιοίκησης.
Βασικός άξονας της μεταρρύθμισης είναι η κατάργηση της δεύτερης Κυριακής και η εκλογή των δημοτικών και περιφερειακών αρχών σε έναν μόνο γύρο. Σύμφωνα με τα όσα έχουν παρουσιάσει ο Υπουργός Εσωτερικών και κυβερνητικά στελέχη, ο στόχος είναι «να τελειώνουν τα παζάρια της πρώτης και της δεύτερης Κυριακής», να μειωθεί το κόστος της εκλογικής διαδικασίας και να αντιμετωπιστεί η μεγάλη αποχή που συνήθως καταγράφεται στον επαναληπτικό γύρο. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι, εφόσον το αποτέλεσμα θα κρίνεται από νωρίς, θα ενισχυθεί η διαφάνεια και θα περιοριστούν οι συμφωνίες της τελευταίας στιγμής, που αρκετές φορές προκαλούν εντάσεις τόσο στους πολίτες όσο και εντός των παρατάξεων. Από την άλλη πλευρά, κόμματα της αντιπολίτευσης και μέρος των αιρετών προβάλλουν το επιχείρημα ότι η επαναληπτική εκλογή, όσο κουραστική κι αν είναι, λειτουργεί ως δεύτερο φίλτρο και επιτρέπει στους δημότες να επαναξιολογήσουν τις επιλογές τους όταν έχουν να αποφασίσουν μεταξύ δύο συγκεκριμένων υποψηφίων.
Η μεγαλύτερη καινοτομία του νέου συστήματος είναι η λεγόμενη «δεύτερη επιλογή» ή «εναλλακτική ψήφος» στο ίδιο ψηφοδέλτιο. Ο ψηφοφόρος, όπως και σήμερα, θα επιλέγει το ψηφοδέλτιο της προτίμησής του και θα βάζει σταυρούς στους υποψήφιους δημοτικούς ή περιφερειακούς συμβούλους αυτού του συνδυασμού. Επιπλέον, στο κάτω μέρος του ίδιου ψηφοδελτίου, θα υπάρχει η δυνατότητα –και όχι υποχρέωση– να επιλέξει έναν ακόμη συνδυασμό από όσους κατεβαίνουν στις εκλογές, ως δεύτερη, εναλλακτική επιλογή. Η διαδικασία αυτή θα ισχύει τόσο για τους δήμους όσο και για τις περιφέρειες, με ενιαία λογική σε όλη τη χώρα.
Ο τρόπος καταμέτρησης των ψήφων έχει σχεδιαστεί ώστε να θυμίζει σε μικρογραφία αυτό που σήμερα συμβαίνει σε δύο γύρους. Αρχικά μετρούνται μόνο οι πρώτες επιλογές. Αν ένας συνδυασμός ξεπεράσει ένα συγκεκριμένο ποσοστό που θα οριστεί στον νόμο –σύμφωνα με δημοσιεύματα, η κυβέρνηση εξετάζει όριο γύρω στο 40%– τότε εκλέγεται απευθείας δήμαρχος ή περιφερειάρχης, με βάση αυτό το αποτέλεσμα. Αν, όμως, καμία παράταξη δεν φτάσει στο απαιτούμενο ποσοστό, ενεργοποιείται η δεύτερη φάση: από τους συνδυασμούς που έχουν τερματίσει από την τρίτη θέση και κάτω, μετρώνται οι δεύτερες επιλογές που δήλωσαν οι ψηφοφόροι και μεταφέρονται στον πρώτο ή στον δεύτερο συνδυασμό, ανάλογα με το ποιον έχουν επιλέξει. Εκείνος που θα συγκεντρώσει το μεγαλύτερο σύνολο πρώτων και δεύτερων επιλογών ανακηρύσσεται νικητής.
Για να γίνει πιο κατανοητό, μπορούμε να φανταστούμε ένα απλό παράδειγμα: σε έναν δήμο κατεβαίνουν τέσσερις συνδυασμοί. Στην πρώτη καταμέτρηση, ο Α παίρνει 38%, ο Β 32%, ο Γ 20% και ο Δ 10%. Κανείς δεν έχει φτάσει το όριο εκλογής. Τότε εξετάζονται οι δεύτερες επιλογές όσων ψήφισαν τους συνδυασμούς Γ και Δ. Αν, για παράδειγμα, οι μισοί από αυτούς είχαν σημειώσει ως δεύτερη επιλογή τον Α και οι άλλοι μισοί τον Β, τα ποσοστά θα αναπροσαρμοστούν. Ας υποθέσουμε ότι ο Α κερδίζει 9 ποσοστιαίες μονάδες από δεύτερες επιλογές και ο Β 11. Το τελικό αποτέλεσμα θα είναι 47% για τον Α και 43% για τον Β, άρα δήμαρχος αναδεικνύεται ο Α. Σε άλλο σενάριο, αν η πλειονότητα των δεύτερων επιλογών κατευθυνθεί προς τον Β, μπορεί εκείνος να περάσει μπροστά, παρότι στην πρώτη καταμέτρηση βρισκόταν στη δεύτερη θέση. Έτσι, η «δεύτερη επιλογή» λειτουργεί σαν ένα είδος «νοητού δεύτερου γύρου» που γίνεται, όμως, αυτόματα και χωρίς νέα προσφυγή στις κάλπες.
Στο δημόσιο διάλογο έχουν ήδη καταγραφεί διαφορετικές προσεγγίσεις για τις συνέπειες αυτού του συστήματος. Υποστηρικτές της αλλαγής θεωρούν ότι ενθαρρύνει τον ψηφοφόρο να εκφράσει ελεύθερα την πραγματική του προτίμηση, χωρίς να φοβάται ότι η ψήφος του θα «χαθεί». Αν επιλέξει έναν μικρότερο ή πιο «εναλλακτικό» συνδυασμό ως πρώτη επιλογή, γνωρίζει ότι η δεύτερη επιλογή θα «μετρήσει» αν ο πρώτος συνδυασμός του δεν φτάσει κοντά στην εξουσία, συμβάλλοντας τελικά στην εκλογή ενός από τους δύο επικρατέστερους. Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι με αυτόν τον τρόπο μπορεί να περιοριστεί η πόλωση, καθώς οι παρατάξεις θα επιδιώκουν να είναι ελκυστικές όχι μόνο ως πρώτη, αλλά και ως δεύτερη επιλογή για τους πολίτες που κατευθύνονται σε άλλους σχηματισμούς.
Στην αντίπερα όχθη, νομικοί και αυτοδιοικητικά στελέχη που διαφωνούν με τις προωθούμενες διατάξεις επισημαίνουν ότι ο κίνδυνος εκλογής «δημάρχων ή περιφερειαρχών μειοψηφίας» παραμένει. Τονίζουν ότι, σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να προκύψει επικεφαλής ο οποίος έχει χαμηλή απήχηση ως πρώτη επιλογή και να στηρίζεται κυρίως στις δεύτερες ψήφους, κάτι που κατά την άποψή τους αποδυναμώνει τη δημοκρατική νομιμοποίηση. Επιπλέον, εκφράζονται επιφυλάξεις για το κατά πόσο όλοι οι ψηφοφόροι θα κατανοήσουν εξαρχής τη διαδικασία, ειδικά στις πρώτες εκλογές εφαρμογής, και για το αν η δεύτερη επιλογή μπορεί να γίνει αντικείμενο έντονων πολιτικών πιέσεων ή συνεννοήσεων «κάτω από το τραπέζι» μεταξύ διαφορετικών παρατάξεων.
Στο εσωτερικό της αυτοδιοίκησης η συζήτηση είναι έντονη, αλλά όχι μονοδιάστατη. Ο Δήμαρχος Αγρινίου, Γιώργος Παπαναστασίου, σε πρόσφατη συνέντευξή του, δήλωσε ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις κινούνται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς διασφαλίζουν ότι το αποτέλεσμα θα είναι ξεκάθαρο από την πρώτη Κυριακή και δίνουν στους δημότες τη δυνατότητα να δηλώσουν ρητά μια δεύτερη επιλογή. Εξήγησε ότι, αν κανείς συνδυασμός δεν φτάσει το ποσοστό εκλογής, οι δεύτερες επιλογές από τους συνδυασμούς που μένουν εκτός μάχης προστίθενται σε έναν από τους δύο πρώτους και ότι νικητής είναι εκείνος που συγκεντρώνει τις περισσότερες ψηφοφορίες στο τέλος αυτής της διαδικασίας. Άλλοι δήμαρχοι, όμως, εκφράζουν φόβους ότι η νέα μέθοδος θα αλλάξει τον τρόπο που συγκροτούνται τα ψηφοδέλτια, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τα ισχυρά σχήματα και δυσκολεύοντας την παρουσία μικρότερων, ανεξάρτητων παρατάξεων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προώθηση της ηλεκτρονικής ψήφου: από τις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2028 σχεδιάζεται οι πολίτες να έχουν τη δυνατότητα –προαιρετικά– να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα από τον προσωπικό τους υπολογιστή, το τάμπλετ ή το κινητό τους, παράλληλα με την παραδοσιακή ψήφο στο εκλογικό τμήμα.Η προοπτική αυτή ανοίγει νέα ζητήματα, όπως η ασφάλεια των συστημάτων, η προστασία του απορρήτου και η πρόσβαση όλων των πολιτών στην ψηφιακή διαδικασία.
Οι επικείμενες κινητοποιήσεις της αυτοδιοίκησης, με το συμβολικό κλείσιμο των δημαρχείων και την παρουσία έξω από τη Βουλή, συνδέονται με όλα αυτά τα ζητήματα. Οι αιρετοί ζητούν μεγαλύτερη οικονομική αυτοτέλεια, σταθερό θεσμικό πλαίσιο και ουσιαστική συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των αλλαγών που τους αφορούν άμεσα. Για πολλούς, ο εκλογικός νόμος δεν είναι μόνο τεχνικό θέμα, αλλά συνδέεται με το πώς θα μπορεί να ασκείται αποτελεσματικά η διοίκηση σε τοπικό επίπεδο και με το πόσο θα αισθάνεται ο πολίτης ότι η ψήφος του οδηγεί σε σταθερές και λειτουργικές δημοτικές και περιφερειακές αρχές.
Σε κάθε περίπτωση, μέχρι τις εκλογές του 2028 υπάρχει περιθώριο ενημέρωσης και προσαρμογής. Το νέο σύστημα σημαίνει, στην πράξη, ότι ο ψηφοφόρος θα κληθεί να κάνει δύο κρίσιμες επιλογές σε μία μόνο κάλπη: να δηλώσει τον συνδυασμό που εμπιστεύεται περισσότερο και, εφόσον το επιθυμεί, να καθορίσει ποια παράταξη θα προτιμούσε ως δεύτερη λύση. Η κατανόηση αυτού του μηχανισμού, η σαφής πληροφόρηση από την Πολιτεία και η ουσιαστική συζήτηση μέσα στην κοινωνία θα είναι καθοριστικοί παράγοντες ώστε οι αλλαγές να εφαρμοστούν με τρόπο που θα ενισχύει, και όχι να απομακρύνει, τους πολίτες από την τοπική δημοκρατία.








