Γράφει η Άννα Ζαρκαδούλα
Αυτές τις μέρες, στην περιοχή μας, βρίσκεται σε εξέλιξη ένας δημόσιος διάλογος, – ή, πιο σωστά, μια δημόσια πολιτική αντιπαράθεση – με αντικείμενο τη λειτουργία του Κέντρου Υγείας Βόνιτσας, φέρνοντας στην επιφάνεια όχι μόνο τις παθογένειες της υγειονομικής πραγματικότητας της περιοχής αλλά και τις ευρύτερες αδυναμίες του θεσμικού πλαισίου και της πολιτικής κουλτούρας που τη συνοδεύει. Το Κέντρο Υγείας, που αποτελεί τη βασική δομή παροχής πρωτοβάθμιας φροντίδας για μια γεωγραφικά εκτεταμένη και τουριστικά φορτισμένη περιοχή, αντιμετωπίζει ελλείψεις σε βασικό ιατρικό προσωπικό, προβλήματα υποδομών, καθώς και την – ίσως πιο κρίσιμη – αδυναμία κάλυψης με οδηγούς ασθενοφόρων. Οι ελλείψεις αυτές, που χρονίζουν και εντείνονται σε περιόδους αυξημένης ζήτησης, έχουν γίνει αφορμή για κριτικές, προτάσεις, θεσμικές απαντήσεις αλλά και πολιτικούς υπαινιγμούς.
Αφορμή για την αναζωπύρωση της συζήτησης στάθηκε μια ανάρτηση του επικεφαλής της ελάσσονος αντιπολίτευσης, κ. Βασίλη Σώζου, ο οποίος αναφέρθηκε στις δυσλειτουργίες του Κέντρου Υγείας, εστιάζοντας κυρίως στο γεγονός ότι πολίτες αναγκάζονται να μεταφέρονται με ταξί ή ιδιωτικά οχήματα λόγω έλλειψης οδηγών στα ασθενοφόρα, κτλ. Ο ίδιος υποστήριξε ότι ο δήμος, ακόμη και αν δεν έχει θεσμική αρμοδιότητα, θα μπορούσε να έχει αναλάβει πιο ενεργό ρόλο, επικαλούμενος προτάσεις από το προεκλογικό του πρόγραμμα, που περιελάμβαναν ενίσχυση της κάλυψης μέσω τοπικών δράσεων ή χρηματοδοτήσεων. Αφήνοντας επίσης, αιχμές ως προς τις ενέργειες της δημοτικής αρχής.
Η αντίδραση του δημάρχου Ακτίου-Βόνιτσας, ΑΘανάσιου Κασόλα, ήταν άμεση και αποσαφηνιστική. Ο δήμαρχος ξεκαθάρισε ότι οι δήμοι δεν έχουν τη δυνατότητα να προσλαμβάνουν ή να διαθέτουν προσωπικό για δομές υγείας, καθώς αυτές υπάγονται στην αρμοδιότητα των Υγειονομικών Περιφερειών και του Υπουργείου Υγείας. Τόνισε, ωστόσο, ότι η δημοτική αρχή δεν έχει μείνει αδρανής, αλλά έχει ήδη απευθύνει επανειλημμένες εκκλήσεις προς τις αρμόδιες αρχές, τόσο για τη στελέχωση του Κέντρου Υγείας Βόνιτσας όσο και άλλων δομών του δήμου, όπως το Κέντρο Υγείας Κατούνας και το ιατρείο της Παλαίρου. Επίσης, αναφέρθηκε στην προσπάθεια του δήμου να εντάξει οδηγό ασθενοφόρου μέσω του προγράμματος απασχόλησης 55-67, μια προσπάθεια που τελικά δεν απέδωσε καρπούς, λόγω περιορισμών που επέβαλε το Υπουργείο Οικονομικών στον αριθμό των διαθέσιμων θέσεων. Υπενθύμισε επίσης ότι το Κέντρο Υγείας Βόνιτσας αυτή την περίοδο βρίσκεται σε φάση ανακαίνισης μέσω κρατικού προγράμματος, γεγονός που εξηγεί την προσωρινή παύση ορισμένων υπηρεσιών του.
Η διευθύντρια του Κέντρου Υγείας Βόνιτσας, κυρία Θεοδωρίδου, παρενέβη και εκείνη δημόσια με δελτίο Τύπου, χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του κυρίου Σώζου «ανυπόστατες» και «μικροπολιτικές». Υπογράμμισε πως τα Κέντρα Υγείας διοικητικά υπάγονται αποκλειστικά στο Υπουργείο Υγείας και πως ούτε οι δήμοι ούτε άλλοι εξωτερικοί φορείς μπορούν να επέμβουν στη διαδικασία προσλήψεων ή στην προμήθεια εξοπλισμού.
Η συγκεκριμένη υπόθεση, όμως, δεν περιορίζεται σε ένα τοπικό επεισόδιο πολιτικής αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, προσφέρει μια χρήσιμη αφορμή για να εξεταστεί, με πιο ευρύ φακό, η συνολική εικόνα της δημόσιας υγείας και της σχέσης της με την τοπική διακυβέρνηση. Η υγεία, όπως και η εκπαίδευση ή η κοινωνική πρόνοια, αποτελεί θεμελιώδες δημόσιο αγαθό, το οποίο λειτουργεί όχι μόνο ως υπηρεσία προς τους πολίτες αλλά και ως καθρέφτης της πολιτικής ωριμότητας του συστήματος που τη διαχειρίζεται. Οι πολίτες δεν κρίνουν τις προθέσεις, κρίνουν τα αποτελέσματα: αν υπάρχουν γιατροί, αν λειτουργούν τα εργαστήρια, αν έρχεται ασθενοφόρο όταν καλείται…
Το θεσμικό πλαίσιο της χώρας, πράγματι, τοποθετεί την ευθύνη της πρωτοβάθμιας φροντίδας στις αρμόδιες Υγειονομικές Περιφέρειες και το Υπουργείο Υγείας. Όμως η τοπική αυτοδιοίκηση, παρά την τυπική απουσία αρμοδιότητας, δεν είναι χωρίς ρόλο. Έχει τη δυνατότητα να ασκήσει πίεση, να εντοπίσει κενά, να αναδείξει τοπικές ανάγκες σε κεντρικό επίπεδο, να συντονίσει τη διεκδίκηση μέσω θεσμικών παρεμβάσεων και συνεργασιών με κοινωνικούς και πολιτικούς φορείς. Η συνεργασία είναι συστατικό της λύσης.
Την ίδια στιγμή, και η κοινωνία των πολιτών δεν μπορεί να παραμένει μόνο παρατηρητής ή σχολιαστής. Η συμμετοχή, η διατύπωση προτάσεων, η ενεργή παρουσία σε διαδικασίες διαβούλευσης και πίεσης είναι αναγκαία ώστε ένα ζήτημα υγειονομικής σημασίας να αντιμετωπιστεί όχι αποσπασματικά, αλλά με συνέπεια και συνέχεια. Η απονομή ευθυνών είναι φυσικό κομμάτι κάθε δημοκρατικής λειτουργίας, όμως δεν μπορεί να υποκαθιστά την ανάγκη για διαρκή παρακολούθηση.
Και τελικά, ας θέσουμε το ερώτημα χωρίς υπεκφυγές:
Ισχύουν ή δεν ισχύουν τα προβλήματα που έθεσε ο κ. Σώζος;
Η δημόσια υγεία είναι εξ ορισμού ένας τομέας όπου η θεωρία πρέπει να σωπαίνει μπροστά στην ανάγκη. Κι όμως, στη σύγχρονη πραγματικότητα, η ευθύνη αντιμετωπίζεται σαν θερμή πατάτα – περνά από γραφείο σε γραφείο, από φορέα σε φορέα, από βαθμίδα σε βαθμίδα, ώσπου να επιστρέψει στον αρχικό της αποδέκτη: τον ίδιο τον πολίτη. Εκείνον που δεν έχει τη δύναμη να παρέμβει, αλλά φορτώνεται τη συνέπεια. Κι αυτό, αν θέλουμε να μιλήσουμε έντιμα, είναι το αληθινό πρόβλημα. Αυτή δυστυχώς είναι η πραγματικότητα που ζούμε! Το κύριο πρόβλημα, που ΙΣΧΥΕΙ!
Προσωπικά ως κάτοικος της περιοχής και καθώς μου γεννιέται μια απορία, θα θέσω ένα ερώτημα:
Και τώρα που όλα ειπώθηκαν – οι απόψεις διατυπώθηκαν με χειρουργική ακρίβεια, οι ευθύνες διανεμήθηκαν, οι ρόλοι εκτελέστηκαν με ζήλο – τι ακριβώς απομένει να ειπωθεί;
Θα υπάρξει έστω και μία αλλαγή ουσίας ή απλώς συμπληρώσαμε ακόμη έναν κύκλο πολιτικής εκτόνωσης, καμουφλαρισμένης ως διάλογο;
Οπότε, με κάθε σεβασμό στους θεσμούς, στα εμπλεκόμενα πρόσωπα, στις δηλώσεις και στις αρμοδιότητες:
Το συμπέρασμα είναι ότι; Η ζωή συνεχίζεται… Ε;
Η υγεία;
Οι εργαζόμενοι που στηρίζουν με νύχια και με δόντια ένα σύστημα που τους έχει ξεχάσει;
Οι ασθενείς που σιωπούν, καθώς ο πόνος τους, τους έμαθε την ανάγκη της υπομονής;
Ρεαλιστικά, αυτοί… είναι πάλι στο σημείο μηδέν;
Μέχρι την επόμενη φορά…
Υστερόγραφο- Υπότιτλοι
Αν, διαβάζοντας το άρθρο, νομίσατε ότι «υπερασπίζεται» κάποιον ή «κατηγορεί» κάποιον άλλο, ίσως χρειάζεστε κάτι σαν… υπότιτλους.
Γιατί εδώ δεν μιλάμε για το ποιος φώναξε περισσότερο, ούτε για το ποιος έχει την πιο έξυπνη απάντηση στο Facebook. Το άρθρο λέει το εξής απλό: Το πρόβλημα είναι ψηλά. Είναι στο κέντρο. Είναι στο “κεφάλι”.
Όσο εμείς τσακωνόμαστε ποιος φταίει στα χέρια ή στα πόδια, το σύστημα συνεχίζει να χωλαίνει – ολόκληρο.
Άρα, όχι… δεν είναι “θέμα αντιπαράθεσης”. Είναι θέμα κεντρικής διοίκησης.
Και μέχρι να αλλάξει το μοντέλο, οι συζητήσεις θα μοιάζουν με replay.
Σε αυτόν τον όμορφο τόπο που ζούμε, η πραγματικότητα είναι ότι τα κοινωνικά προβλήματα συσσωρεύονται, και δυστυχώς, εμείς ως πολίτες θα έρθουμε αντιμέτωποι με τα αποτελέσματά τους πολύ σύντομα. Από την καταστροφή του Αμβρακικού και την υπογεννητικότητα, μέχρι και το κρίσιμο θέμα της υγείας – οι προκλήσεις συνεχώς αναδύονται. Και το ερώτημα παραμένει: Θα δράσουμε έγκαιρα… ή περιμένουμε κάποιον να μας σώσει;
Και κάπου εδώ, ίσως αξίζει να θυμηθούμε ότι η ωριμότητα ενός πολιτικού… (και το αναφέρω αυτό, γενικά…) δεν μετριέται με το πόσες αντιπαραθέσεις μπορεί να σηκώσει.
Μετριέται με το πόσες πράξεις και ευθύνες αναλαμβάνει, χωρίς να τις ντύσει με λόγια και πολιτική ποίηση. Και φυσικά, μέσα από τις πράξεις του, ζητάει και ψήφο. Και ανάλογα εκλέγεται… ή όχι. ( Iδανικά 😛 )
Κακώς, που μέσα από αυτή την ισορροπία ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «ενεργείν», η υγεία καταλήγει να είναι κάτι λιγότερο, από ένα δημόσιο αγαθό και περισσότερο ένα εργαλείο πολιτικής ερμηνείας και αντιπαράθεσης.
Όμως, όλα τα εργαλεία, αναλόγως της χρήσης τους, μπορεί να δημιουργήσουν ή και να καταστρέψουν με την ίδια άνεση.
